«Il était un petit navire». («Ήταν ένα μικρό καράβι»).

Μιά πραγματική, δραματική ιστορία.
Όλοι εμείς οι παλιοί, κάποτε θα τραγουδήσαμε -παίζοντας- το χαριτωμένο γαλλικό τραγουδάκι, που τους ελληνικούς στίχους η μνήμη από τα βάθη της ανασύρει στην επιφάνεια, πιστεύω σωστά, ή έστω με μικρολαθάκια.

«Ήταν ένα μικρό καράβι, ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν α-α-αταξίδευτο, που ήταν α-α-αταξίδευτο
οεοέ οε οε !
Κι έκαν’ ένα μακρύ ταξίδι κι έκαν’ ένα μικρό ταξίδι
μέσα εις την-την-την Μεσόγειο, μέσα εις την-την-την Μεσόγειο
οεοέ οε οε !
Και σε πεντέξι εβδομάδες και σε πεντέξι εβδομάδες
Σωθήκαν ο-ο-όλες οι τροφές, σωθήκαν ο-ο-όλες οι τροφές
οεοέ οε οε !
Και τότε ρίξανε τον κλήρο και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιός-ποιός-ποιός θα φαγωθεί, να δούνε ποιος-ποιός-ποιός θα φαγωθεί
οεοέ οε οε !»
Απ’ εκεί και πέρα άλλαζε το βιολί, όπου τα κορίτσια κορόιδευαν τ’ αγόρια
Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια, κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν-σαν-σαν…
και αντιστρόφως
Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια, κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν-σαν-σαν…
Ακολούθως το πράγμα επαφιόταν στη δύναμη της τσιρίδας της κάθε… παράταξης.
Πολλοί λίγοι, όμως, γνωρίζουν πως αυτό το τραγουδάκι στηρίζεται σε μιά πραγματική και πολύ δραματική ναυτική ιστορία, με τραγική και μακάβρια κατάληξη. Μιά ιστορία κάπως έτσι:

Μετά την πτώση του Ναπολέοντος -Βατερλό 18/6/1815- βασιλιάς στέφτηκε ο Λουδοβίκος 18ος. Η νέα γαλλική κυβέρνηση, αποφάσισε να στείλει ένα μικρό στόλο στο λιμένα του Πορτ-Λουί της Σενεγάλης γιά να αναλάβει, όπως είχε συμφωνηθεί με τους Άγγλους, την διακυβέρνηση στην ως τότε αγγλική αποικία. Τον στολίσκο αποτελούσαν τέσσερα σκάφη, το μπρίκι «Argus», το ανεφοδιαστικό «Loire», η κορβέτα «Echo» και η φρεγάτα «Medusa» (“Μέδουσα”). Το τελευταίο σκάφος μετέφερε τους επιβάτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο νέος Γάλλος κυβερνήτης Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ (Julien-Desiré Schmalz) και τη σύζυγό του Ρεν (Reine). Συνολικά στο σκάφος αυτό επέβαιναν 400 άτομα, συμπεριλαμβανομένων και των 160 μελών του πληρώματος. Κυβερνήτης στη “Μέδουσα” ορίστηκε ο Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ (Hugues Duroy deChaumereys), ο οποίος δεν είχε κανένα προσόν γιά να αναλάβει παρόμοια αποστολή, παρά μόνον την γνωριμία του με τον αδελφό του βασιλέα. Είχε, δε, να ταξιδέψει στη θάλασσα γιά περισσότερα από είκοσι χρόνια, χωρίς ποτέ να έχει αναλάβει κυβερνήτης πλοίου. Οι περισσότεροι συνάδελφοί του δυσαρεστήθηκαν με την ανάληψη αυτής της θέσης από τον ντε Σωμερύ, τον οποίο θεωρούσαν απλά έναν ευνοούμενο του καθεστώτος. Αποτέλεσμα να αναπτυχθεί κλίμα έντασης σε ολόκληρο τον στολίσκο.
Στις 17 Ιουνίου του 1816, ο στολίσκος απέπλευσε από το Ροσφόρ γιά τον προορισμό του. Σε μιά προσπάθεια να υπερφαλαγγίσει χρονικά τα άλλα σκάφη, η “Μέδουσα” λόγω κακής πλοήγησης, βρέθηκε περίπου 100 μίλια εκτός πορείας, με συνέπεια στις 2 Ιουλίου 1816 να προσαράξει σε μιά σύρτη της δυτικής ακτής της Αφρικής, κοντά στην σημερινή Μαυριτανία. Η προσάραξη αυτή αποδίδεται στην ανικανότητα του Ντιρουά ντε Σωμερύ, ο οποίος ανταγωνιζόμενος τους άλλους συναδέλφους του και θέλοντας να φτάσει πρώτος στη Σενεγάλη, αγνόησε την νηοπομπή και χάραξε δική του πορεία. «…πέρα από τους χάρτες» που λέει ένα άλλο τραγούδι. Κάνοντας του κεφαλιού του, το μόνο που κατάφερε ήταν να πλησιάσει πολύ τις αφρικανικές ακτές και να ρίξει το καράβι στις ξέρες, εγκλωβίζοντάς το σ’ αυτές.
Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του πληρώματος η «Μέδουσα» έμενε καρφωμένη. Έτσι, με τις σωσίβιες λέμβους του πλοίου να μη χωρούν πλήρωμα και επιβάτες, τσατάλιασαν την”Μέδουσα” και με τα ξύλα της κατασκεύασαν μία μεγάλη πρόχειρη σχεδία, την οποία ρυμουλκούσαν με σκοινιά οι βάρκες της. Επάνω στη σχεδία στριμώχτηκαν οι πλεονάζοντες επιβάτες. Κάπου 150 άτομα.
Στην αρχή η τραγική νηοπομπή έπλεε κανονικά προς την σωτηρία, όμως ένα ξαφνικό μπουρίνι έκοψε τα σκοινιά της ρυμούλκησης και η σχεδία ξώμεινε να βολοδέρνει στα κύματα μόνη κι αβοήθητη, σαν καρυδότσουφλο. Έρμαιο της μανιασμένης θάλασσας και του ανέμου η σχεδία απλώς επέπλεε και πάνω της διαδραματίζονταν φρικτές σκηνές. Με τις λιγοστές προμήθειες και το ελάχιστο νερό να εξαντλούνται σύντομα ο Χάρος θέριζε τους ταλαίπωρους ναυαγούς. Οι πιό δυνατοί, πιό ανθεκτικοί και πιό τυχεροί, προκειμένου να επιβιώσουν, αναγκάστηκαν να τρέφονται με τα πτώματα των… άτυχων που δεν κατάφερναν να επιζήσουν! Τελικά, μετά από 13 ημέρες, η σχεδία εντοπίστηκε από την «Αrgus» και πάνω της, μισοπεθαμένοι από εξάντληση, κείτονταν 15 άτομα, από τα οποία τελικά επέζησαν μόνο 10.
Η εν γένει τραγωδία, αλλά και το γεγονός της ανθρωποφαγίας -αν και νομοτελειακή ανάγκη- έκανε αίσθηση στην γαλλική κοινωνία και προκάλεσε πολλές και ποικίλλες συζητήσεις. Αξιοσημείωτος ο σχετικός στίχος του τραγουδιού: «…να δούνε ποιός θα φαγωθεί», που αποδεικνύει τη σχετικότητά του με το φρικτό γεγονός.

Αργότερα, κατά το 1819, ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος Ζαν-Λουί Τεοντόρ Ζερικώ, απαθανάτισε την τραγική ιστορία στονεικονιζόμενο καταπληκτικό πίνακα, διαστάσεων 4.91 Χ7.16 μ., με τίτλο: «Η σχεδία της Μέδουσας», τον οποίο μπορείτε να θαυμάσετε στο Μουσείο του Λούβρου.

Previous «
Next »

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Καιρός Βόλος
7°
7°
ΤΕ
6°
ΠΕ
8°
ΠΑ
8°
ΣΑ
 
Scroll Up

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο