Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024
26.2 C
Volos
More

    Μάλλον

    Published on

    Του Σεραφείμ Αθανασίου

    Η ιστορία που θα διηγηθώ πρέπει να συνέβη περί το τέλος της 10ετίας του 1950.

    Από τη Ρόδο, στην οποία υπηρετούσα ως υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, με άδεια είχα βρεθεί στο χωριό μου και από εκεί, κάποια μέρα, στη Λαμία πήγα για να δω συναδέλφους με τους οποίους 1953-54 υπηρετούσαμε μαζί στο επιτελείο της Υποδιοικήσεως Χωροφυλακής Λαμίας τα γραφεία της οποίας συστεγαζόντουσαν στο Β Αστυνομικό Τμήμα που-τότε- βρισκόταν στη διασταύρωση των οδών Θερμοπυλών-Παλαιολόγου.

    Θυμάμαι πως Διοικητής Υποδιοικήσεως ήταν ο Υπομοίραρχος Κων/νος Αλεξόπουλος ένας υπέροχος άνθρωπος όπως έτσι καλός ήταν και ο Αστυνόμος του Τμήματος Δάρρας Μιχαήλ, ισόβαθμος του δικού μας Διοικητού.

    Αυτοί οι δυο Αξιωματικοί είχαν ένα κοινό φίλο, τον Μαιευτήρα Λουκά Τσαγκάρη ο οποίος διατηρούσε Μαιευτική Κλινική στον ίδιο δρόμο και λίγο πιο κάτω από την δική μας υπηρεσία.

    Ο Λουκάς Τσαγκάρης, από την Κλινική του και προς το Κέντρο της Πόλεως σχεδόν κάθε μέρα, κάνοντας την βόλτα του, ανεβοκατέβαινε την Θερμοπυλών (με την οικογένειά του έμεινε στην Κλινική) και περνώντας μπροστά από το τμήμα πολλές φορές ανέβαινε τα λίγα σκαλοπάτια της κυρίας εισόδου προκειμένου, με εκείνο το πηγαίο χιούμορ του και την ανθρώπινη ζεστασιά του, να μας πει την καλημέρα του την οποία συνόδευε με ένα σωρό αστεία πειράζοντας μας κιόλας -μας γνώριζε σχεδόν όλους με τα μικρά μας ονόματα- και φεύγοντας άφηνε πίσω του μια ευχάριστη ατμόσφαιρα με μπόλικη αγάπη σε ανάλαφρο της δικής του αύρας, που μας σκέπαζε όλους!

    Μάλιστα θυμάμαι πως μας έλεγε ότι πριν ανεγείρει την ιδιόκτητη κλινική του αυτή στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο που βρισκόμαστε εμείς και όταν έφυγε, το ενοικίασε η Αστυνομία.

    Με αυτόν τον καλόκαρδο γελαστό άνθρωπο, κατά την

    επίσκεψή μου στο τμήμα, συνέπεσε να συναντηθούμε στην είσοδό του και εγώ, από τη χαρά μου, έτρεξα να τον χαιρετήσω όμως ο γιατρός, παρά τού ότι με είδε με προσπέρασε χωρίς καν να μου μιλήσει.

    Τον είδα να ακολουθεί δυο προπορευόμενες γυναίκες και φουριόζος, μαζί με κείνες, χώθηκε στο γραφείο του αστυνόμου που τότε δεν ήταν ο Υπομοίραρχος Δάρρας αλλά ο Μοίραρχος Γιάννης Ξηράκης ο οποίος λίγες μέρες ήταν στο τμήμα (είχε μετατεθεί από την Υ.Χ. Στυλίδας) και μη γνωρίζοντας το γιατρό είχε ξαφνιαστεί, με τη «φουριόζικη» παρουσία του!

    Εγώ, και επειδή ο γιατρός δεν μου είχε δώσει σημασία παρά του ότι με κοίταξε, λυπημένος πέρασα στο γραφείο των συναδέλφων μου οι οποίοι χάρηκαν που με είδαν όμως μέσα μου καταλάβαινα ότι ζήλευαν κιόλας μια που με φώναζαν και «τυχερό» επειδή υπηρετούσα στη Ρόδο!

    Είχα βλέπεται πετύχει την επιστροφή μου στη Ρόδο στην οποία για χρόνια υπηρετούσα και για να τους κάνω να ζηλεύουν περισσότερο μέχρι να τους «σκάσω» παίρνοντας ύφος Καρδινάλιου και κάνοντας τον «ξερόλα» άρχισα να περιγράφω όσα γνώριζα και δεν γνώριζα ακόμη και για Ιππότες, «Ιππότισες» ή και Μέγαρα αυτών χώρια που νοερά τους γύριζα σε όλη την όμορφη πολιτεία και σε όλα του χωριά του νησιού και κάποια στιγμή τους λυπήθηκα και τους «επέτρεψα» να πιουν καφέ στο πανέμορφο χωριό, το «Μονόλιθο»!

    Είναι το χωριό του φίλου μου Βασίλη Χαλκίτη ή πιο σωστά της κυρίας Μαρίας συζύγου του φίλου μου γι’ αυτό όταν κάποιος ρωτά το Βασίλη από που κρατά η σκούφια του απαντά γελώντας «από το χωριό της γυναίκας μου,το Μονόλιθο»

    Και για την ιστορία δυο εδώ λόγια.

    Είναι εκείνο το χωριό με την ηρωική σπηλιά στην οποία κάποια γενναία λαμπρά παλικάρια είχαν κάποτε το «στρατηγείο» και από εκεί με κίνδυνο της ζωής τους αγωνιζόντουσαν, μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες τους, για την απελευθέρωση της μαρτυρικής Δωδεκανήσου!

    Με κοίταζαν οι συνάδελφοι αλλά με ένα νου στη Ρόδο να βρίσκεται ενώ εγώ, που είχα κατορθώσει να τους «σκάσω», ενδόμυχα» χόρευα»!

    Αλλά τι κρίμα, το νοερό εκείνο ταξίδι μας στην Πλανεύτρα Ρόδο -στο οποίο λόγω ικανότητας εγώ πρωταγωνιστούσα μια που είμαι «ξερόλας» όμως διακατέχομαι και από μεγάλη «μετριοφροσύνη»-σα δε ντρέπομαι- μας το χάλασε οι δυνατές φωνές που από το κλειστό γραφείο του Αστυνόμου ακουγόντουσαν και δικαιολογημένα η προσοχή όλων μας, προς τα εκεί στράφηκε!

    Μια γυναίκα έκλαιγε και ένα σωρό ακαταλαβίστικες βρισιές προς τον γιατρό Λουκά Τσαγκάρη ξεστόμιζε ενώ εκείνος προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει ότι άδικα τον παρεξήγησε! Παρακολουθείστε όμως την ιστορία όπως και εγώ την έζησα και, στη συνέχεια, καλύτερα έμαθα:

    Μια νέα γυναίκα, από ορεινό χωριό της εκεί περιοχής, δικοί της άνθρωποι την έφεραν στη Λαμία προκειμένου να εξεταστεί από ειδικό γιατρό, για προβλήματα γυναικολογικής φύσεως.

    Όμως, για να φτάσει μέχρι την πόρτα γιατρού, με δυσκολία την έπεισαν επειδή «ντρεπόταν» αν, για παράδειγμα, κατά την εξέταση, της έλεγε ο γιατρός, να «σηκώσει» το φουστάνι της και να «κατεβάσει» το βρακί της!

    Βλέπεται τα χρόνια κείνα δεν ήταν σαν τα σημερινά που όλα έχουν «αναποδογυριστεί» και οι περισσότερες γυναίκες μικρές- μεγάλες δε φοράνε σχεδόν τίποτα και αν κάτι φοράνε αυτό μοιάζει με σχοινί «καπστράνας» αλόγου, φοράδας, μουλαριού ή γαϊδούρας με μόνη τη διαφορά, ότι το σχοινί της «καπστράνας» είναι λευκό ενώ εκείνα που προτιμούν οι γυναίκες είναι λεπτά κορδονάκια με χρώματα Ίριδος!

    Και αν ερωτηθώ πως αυτή τη λεπτομέρεια την γνωρίζω και εγώ ο-παρά ένα- εκατοντάχρονος παππούς, με ειλικρίνεια απαντώ.

    Γιατί να μη το γνωρίζω, στραβωμάρα έχω. Κάθε μέρα τέτοια κορδόνια δεν τα δείχνουν οι γυναίκες σε παραλίες ακόμη και μέσω τηλεοπτικών καναλιών ,ιδιαίτερα εκεί, με τον πέρα-δώθε… κουνιστό τους.

    Και ξέρετε πόσοι παππούδες (και εγώ με αυτούς) τα βάζουν με τη μάνα τους επειδή τους γέννησε… πρώιμα, σε μια άλλη δηλαδή εποχή που, αν ένα παλικάρι τολμούσε να πει μια αθώα καλημέρα σε κοπέλα ακόμη και γειτόνισσα του, οι κουτσομπόλες «τ’ χουριού» και οι με χαλασμένα δόντια «Δημογέροντες» καραδοκούσαν να αρχίσουν το ράδιο… αρβύλα με το οποίο εκείνη την κοπέλα μπορούσαν να την αφήσουν γεροντοκόρη ή να τρώει το ξύλο της χρονιάς της ή να θανατωθεί από τον αυστηρό πατέρα και αδελφό προστατεύοντας κατά τη γνώμη τους την τιμή όλης της οικογένειας!

    Και τα σημερινά θηλυκά, μερικά των οποίων μπορεί και από πείνα να πεθάνουν προκειμένου να διατηρήσουν τη σιλουέτα τους, επιλέγουν, και δικαιολογημένα, τέτοια κορδόνια (μόδα είναι αυτή) για να προσελκύσουν το ανδρικό φύλλο όμως: Σιγά το «βύσσινο»!

    Και τούτο γιατί ακόμη και με τα προκλητικά κορδονάκια και το πέρα-δώθε κούνημα των δύο ημισφαιρίων μόνο «θόρυβος» γίνεται επειδή, για αρκετά σημερινά παλικαράκια, όπως και για κάτι «μαντράχαλους» με δυο μέτρα μπόι και μουστάκα Ανδρούτσου (ο Θεός να συγχωρά τον Ήρωα), δεν τρέχει τίποτα, ούτε νοιώθουν κάποια συγκίνηση γιατί δεν τραγουδούν το όμορφο παλιό τραγούδι «και από μέσα από το φουρό, τι κορμάκι λυγερό»!

    Αυτό το χωρίς τώρα «φουρό» λυγερό κορμάκι το βλέπουν ή καλύτερα το παρα-βλέπουν όλο μπροστά τους και επειδή ο πολιτισμός τρέχει από τα παντζάκια και η λέξη ντροπή ξεχάστηκε, παλικαράκια και «μαντράχαλοι» άλλα σκέπτονται και με γουρλωμένα μάτια αλλού κοιτάζουν τα δε κορδονάκια αδιάφορα τα προσπερνούν!

    Αγνοί και αγράμματοι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής και οι γυναίκες, ιδιαίτερα των χωριών τις βρακοζώνες τους, ακόμη και σε γιατρούς, δύσκολα τις έλυναν και σε αυτή την κατηγορία ανήκε και κείνη η γυναίκα η οποία, μέσα στο γραφείο του Αστυνόμου Γιάννη Ξηράκη, έκλαιγε και φώναζε!

    Στο τμήμα πήγε αφού πρώτα, και στην κλινική του, την είχε εξετάσει ο μαιευτήρας Λουκάς Τσαγκάρης. Και πηγαίνοντας προς το τμήμα σε εκείνη τη μικρή διαδρομή ξωπίσω της ακολουθούσε ο γιατρός ο οποίος «φουριόζος» (γι’ αυτό και δε μου μίλησε) μπήκε στο γραφείο του αστυνόμου στο οποίο άρχισε το «σώσε» να γίνεται. Και… να τα περισσότερα!

    Στην κλινική ο γιατρός, μετά την εξέτασή της, είπε στην Κυρία να πάει στο γραφείο του. Εκεί και πριν προλάβει να της μιλήσει ο γιατρός πετάγεται εκείνη και σε Ρουμελιώτικη διάλεκτο, τον ρωτά!

    «Πέζουμ γιατρέμ, μίπους ίμι γκαστρουμέν».

    Και ο γιατρός, γελώντας, της απαντά.

    -ΜΑΛΛΟΝ!

    Η Βουνίσια, που μέχρι την ώρα κείνη συνεσταλμένη και ήσυχη ήταν, με μπουρίνια και χιονοστιβάδες Καλυδρόμου, Οίτης και Παρνασσού το γιατρό περιέλουσε ο οποίος με ανοιχτό στόμα και ορθάνοιχτα μάτια κοίταζε την πελάτισσα του και τα είχε χαμένα!

    Και λέγοντας αυτά βγήκε κλαίγοντας στο δρόμο και με μια ξαδέρφη της που την περίμενε έξω από την κλινική τράβηξαν για το κοντινό τμήμα προκειμένου, στο «χουρουφύλακα», να καταγγείλουν τον «παλιάνθρουπο»!

    Ο γιατρός μπροστά στον Αστυνόμο Μοίραρχο Ξηράκη προσπαθούσε σε εκείνη τη γυναίκα να της δώσει να καταλάβει ότι όταν της είπε τη λέξη «μάλλον» δεν εννοούσε ότι ήταν με άλλον άνδρα « γκαστρουμέν», αλλά ότι ήταν έγκυος!

    Βέβαια ο γιατρός μπορεί το «μάλλον» να της το είπε μακρόσυρτο και εκείνη που ήταν και «βαρήκοη» το άκουσε «με άλλον» και στη συνέχεια έγινε το «έλα να δεις»!

    Το λέω αυτό επειδή ο γιατρός, ένας εξωστρεφής και ευχάριστος άνθρωπος, ο οποίος με όλο τον κόσμο ήταν φιλικός όπως και με τις πελάτισσές του κάνοντας χιούμορ δεν αποκλείεται εκείνο το «μάλλον» να της το είπε… μακρόσυρτο και στη συνέχεια τα βρήκε «σκούρα»!

    Θυμάμαι μια ιστορία που μου την είχε πει η αγαπημένη συχωρεμένη αδελφή μου, η Κατίνα, η οποία συνέβη στην κλινική Τσαγκάρη όταν γέννησε το πρώτο, από τα τρία παιδιά της!

    Τότε, λοιπόν, την ώρα της γέννας, από τους πόνους που ένοιωθε, έκλαιγε και φώναζε, ενώ ο γιατρός βρισκόταν δίπλα της δίδοντάς της ιατρικές συμβουλές χωρίς όμως να τον ακούει, μόνο έκλαιγε. Κάποια στιγμή απευθυνόμενη στο γιατρό του λέει «Γιατρέ, σε παρακαλώ, βοήθαμε!».

    Και ο γιατρός γελώντας «Τώρα μου ζητάς βοήθεια, όμως όταν «τόσπερνες» δεν με φώναξες να βοηθήσω, τράβατα τώρα μόνη σου».

    Στο άκουσμα αυτών των λέξεων η Κατίνα νευρίασε και γεμάτη θυμό του λέει. «Δεν ίσι καλά απ’ θα σι φώναζα να βουηθίεις, σα δε ντρέπίσι».

    Και, στο κατόπιν, όλο νεύρα άρχισε με δύναμη να «τανυέται» μουγκρίζοντας σαν βόδι και σε λίγο το κοριτσάκι της ήρθε στη ζωή ενώ ο γιατρός, γεμάτος ικανοποίηση και καλοσύνη, της είπε.

    «Αν κυρία Κατίνα δεν σου έλεγα εκείνα τα λόγια να σε νευριάσω και να σε αναγκάσω να τανυστείς περισσότερο ακόμη θα παιδευόσουνα ενώ τώρα και εγώ με χαρά σου εύχομαι, να σου ζήσει η όμορφη κορούλα σου.

    Αυτά μου τα είχε πει η αδελφή μου η οποία και τα άλλα δυο παιδιά στην ίδια κλινική τα ξεγέννησε για δε το γιατρό με τα καλύτερα λόγια μίλαγε και μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπό του έτρεφε!

    Δεν γνωρίζω αν εκείνη την κυρία την «ξεγέννησε» ο Τσαγκάρης εκείνο όμως που καλά θυμάμαι είναι ότι από το Τμήμα είχε φύγει ήρεμη, εν αντιθέσει με τον γιατρό φίλο μας ο οποίος το φύσαγε και δεν… «κρύωνε».

    Θυμάμαι πως τότε εμείς οι συνάδελφοι εκείνον τον καλό άνθρωπό με τα χάλια που είχε δεν τον αφήναμε να φύγει από το τμήμα μέχρις ότου ξαναβρεί το κέφι του και όταν έφυγε, με τα όσα του είχαν συμβεί, σαν εκπαιδευμένες αρκούδες γελούσαμε!

    Φίλες και φίλοι, όμορφες και αγνές εκείνες οι εποχές που οι γυναίκες ντρεπόντουσαν να πάνε στο γιατρό και μπροστά τους δύσκολα τη «βρακοζώνα» τους έλυναν.

    Δυστυχώς όλα κείνα τείνουν να ξεχαστούν επειδή εκτός των άλλων γιαγιές και παππούδες σε οίκους ευγηρίας ζουν τα δε εγγόνια τους με έξυπνα κινητά τηλέφωνα παίζουν και ποτέ ίσως δεν άκουσαν το φανταστικό παραμύθι του παππού ή της γιαγιάς που πάντα άρχιζε με το «Μια φορά και έναν καιρό» και το οποίο πριν καλά καλά τελειώσει εκείνα τα εγγόνια στην ποδιά ή στο ζεστό κόρφο της γιαγιάς, ευτυχισμένα κοιμόντουσαν

    Κλείνοντας θέλω να αναφερθώ στα ονόματα εκείνων των καλών Αξιωματικών της Χωροφυλακής τους οποίους και εγώ είχα την τύχη να γνωρίσω και πέραν εκείνης της γνωριμίας, στο γέρμα της ζωής μου, καλοί μου φίλοι έγιναν!

    Εννοώ τους, αργότερα εκείνης της εποχής, Απόστρατους Στρατηγούς Αλεξόπουλο Κων/νο, Δάρρα Μιχάλη και Ξηράκη Γιάννη, καθώς και τους συναδέλφους μου: Αυφαντή Χαράλαμπο, Ματσούκα Δημήτρη, Παπαγεωργίου Γιώργο, Ζαββό Γιώργο (ο Ζαββός, εκείνο το καλό παιδί και παντογνώστης ήταν κοντοχωριανός μου, καταγόταν από το διπλανό στο δικό μου χωριό, το Ρεγγίνι).

    Σ’ αυτούς τους συναδέλφους και ιδιαίτερα τον αγαπημένο και σεβαστό Στρατηγό Ξηράκη Γιάννη (ο οποίος ως Διοικητής Χωροφυλακής Μαγνησίας, σε υφισταμένους του και χιλιάδες πολίτες την καλύτερη ανάμνηση άφησε ενώ εγώ και για χρόνια στενό μου φίλο είχα και με τις οικογένειές μας στην ίδια πόλη, το Βόλο, μέναμε) ιδιαίτερη αδυναμία είχα!

    Αλλά και με το Στρατηγό Αλεξόπουλο οποίος είχε υπηρετήσει και ως Ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής Δωδεκανήσου όταν τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα συναντιόμασταν για την αγαπημένη μας Ρόδο, τόσα και άλλα τόσα, λέγαμε!

    Σε αυτούς λοιπόν τους Αξιωματικούς και ομοιόβαθμους συναδέλφους μου όπως και σε εκείνον τον υπέροχο γιατρό και άνθρωπο, Λουκά Τσαγκάρη, από καρδιάς εύχομαι: ΑΙΩΝΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ.

    πηγη taxydromos

    Latest articles

    More like this