• facebook
  • twitter
  • googleplus
  • youtube

Διαβάστε την προσφυγή της ΠΟΑΣΥ στο ΣτΕ σε βάρος της προϋπόθεσης των 31 ετών για τη χορήγηση του εφάπαξ

  • Homepage
  • >
  • ΠΟΑΑΣΑ
  • >
  • ΠΟΑΣΥ
  • >
  • Διαβάστε την προσφυγή της ΠΟΑΣΥ στο ΣτΕ σε βάρος της προϋπόθεσης των 31 ετών για τη χορήγηση του εφάπαξ

Διαβάστε την προσφυγή της ΠΟΑΣΥ στο ΣτΕ σε βάρος της προϋπόθεσης των 31 ετών για τη χορήγηση του εφάπαξ

Την αίτηση, δημοσιοποίησε ο πρώην συνδικαλιστής Γιώργος Χατζηιωάννου στις σελίδες που διατηρούν στο facebook οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της ΑΣΚΑ και της ενωμένης Θεσσαλονίκης.
Γνωρίζαμε την ύπαρξη της αίτησης από την ΠΟΑΣΥ ακύρωσης της υπουργικής απόφασης για την προϋπόθεση της συμπλήρωσης 31 ετών από
την ημερομηνία κατάταξης προκειμένου να θεμελιωθεί δικαίωμα χορήγησης του εφάπαξ σε μέλος του ΤΕΑΠΑΣΑ, παρότι η ομοσπονδία συνηγόρησε υπέρ του μέτρου για τη διάσωση κι εξυγίανση του ταμείου.
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο.
ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
Τμήμα Α΄
ΑΙΤΗΣΗ
Της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωση με την επωνυμία «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (Αστυνομικό προσωπικό κάθε βαθμίδας)» (Π.Ο.ΑΣ.Υ.), που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφόρος Μεσογείων αρ. 96.
ΚΑΤΑ
Του Ελληνικού Δημοσίου όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ
Της υπ’αριθμ. Φ.30218/26803/817 από 28/11/2011 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, «Καθορισμός ελαχίστου χρόνου ασφάλισης για απόδοση εφάπαξ βοηθήματος και αναπροσαρμογής ποσοστού μηνιαίας κράτησης πάγιας εισφοράς και των λοιπών πόρων του Τ.Π.Α.Σ./Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.», που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’ 2848/15-12-2011.
*****
Ιστορικό.
Με τον Α.Ν. 884/1937 συστήθηκε το Ταμείον Αλληλοβοηθείας Οπλιτών Χωροφυλακής το οποίο ακολούθως, με το Ν.1169/1981 μετονομάστηκε σε Ταμείον Αρωγής Οπλιτών Χωροφυλακής, λειτουργούν ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου. Ακολούθως, με το άρθρο 27 Ν. 2676/1999 το Ταμείο Αρωγής Οπλιτών Χωροφυλακής συγχωνεύτηκε με το Ταμείο Αρωγής Αξιωματικών Χωροφυλακής σε ένα ενιαίο ταμείο με την ονομασία Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών. Η παρ.12 του άρθρ.27 του Ν.2676/1999 διατήρησε σε ισχύ τις διατάξεις του Ν.1169/1981 ορίζοντας ότι για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν για το Τ.Α.Ο.Χ.
Στη συνέχεια, με την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν.2556/1997 «απλούστευση διαδικασιών» ορίστηκε ότι «Οι διατάξεις που αφορούν το Ταμείο Αρωγής Οπλιτών Χωροφυλακής, πλην των βασικών διατάξεων, δύνανται να τροποποιούνται, συμπληρώνονται και καταργούνται με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του Ταμείου και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 71 του Ν.2084/1992».
Με τις διατάξεις των παρ.1 έως 4 του άρθρου 94 του Ν.3655/08 συστήθηκε το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολουμένων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), στον κλάδο πρόνοιας του οποίου εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και το Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών, ως Τομέας Πρόνοιας Αστυνομικών. Σύμφωνα με την παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, ο Τομέας συνέχισε να διέπεται από τις οικείες καταστατικές διατάξεις του εντασσόμενου Ταμείου.
Μετά την σημαντική αύξηση του αριθμού των αποχωρησάντων από την υπηρεσία αστυνομικών υπαλλήλων κατά το έτος 2010, ως συνέπεια της δυσμενούς αλλαγής που επήλθε στο καθεστώς κύριας ασφάλισης με το άρθρ.20 του Ν.3865/2010, επιχειρήθηκε η λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.. Μεταξύ αυτών, και η προσβαλλόμενη με την παρούσα υπ’ αριθμ. 30218/26803/817 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως, αύξησε το χρόνο καταβολής του χορηγούμενου από το ΤΠΑΣ/ΤΕΑΠΑΣΑ εφάπαξ βοηθήματος, όπως αναλυτικά θα εκτεθεί στη συνέχεια.
Επί του παραδεκτού.
Παραδεκτώς προσβάλλεται η ανωτέρω Υπουργική Απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, καθώς έχει κανονιστικό χαρακτήρα, διότι με αυτήν θεσπίζονται απρόσωποι κανόνες δικαίου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2031/2009, 2032/2009, 1428/1997, 4874/1988 7μ. κ.ά.), αφορά δε σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Περαιτέρω, μετ’ εννόμου συμφέροντος η Ομοσπονδία μας προσβάλλει την εν λόγω Υπουργική Απόφαση, καθώς αυτή αφορά σε θέμα σχετικό με την ασφάλιση (εν προκειμένω επικουρική) των Αστυνομικών Υπαλλήλων. Όπως ορίζεται δε στο άρθρ.2 παρ.2 του Καταστατικού της Ομοσπονδίας, το οποίο εγκρίθηκε, το πρώτον,  με την υπ’αριθμ. 3797/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ισχύει όπως τροποποιήθηκε με την υπ’αριθμ. 6800/2011 απόφαση του Μ.Π.Α., μεταξύ των σκοπών της Ομοσπονδίας συγκαταλέγεται και «η διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών και κοινωνικών συμφερόντων των Αστυνομικών Υπαλλήλων».
Η προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β’ με αρ. φυλ. 2848 και ημερομηνία 15 Δεκεμβρίου 2011, συνεπώς η παρούσα ασκείται εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας.
ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ.
Η προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι:
«Άρθρο Μόνο
1. Μέτοχοι του Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. (πρώην Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών), παλαιοί ασφαλισμένος σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (Ν. 2084/1992), εξερχόμενοι του Σώματος Ελληνικής Αστυνομίας, λαμβάνουν το δικαιούμενο εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, με τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Οι αυτεπαγγέλτως αποστρατευόμενοι, κατά την αποστρατεία τους.
β. Οι έχοντες δηλώσει όριο ηλικίας αποστρατείας, με την συμπλήρωση του, εξαιρουμένης της περίπτωσης, που επιθυμούν παράταση παραμονής τους στην ενεργό υπηρεσία.
γ. Οι έχοντες συμπληρώσει τριάντα πέντε (35) έτη πραγματικής υπηρεσίας από της ημερομηνίας κατατάξεως στο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, κατά την αποστρατεία τους.
δ. Οι κατόπιν αιτήσεως τους, λόγω συνταξιοδότησης, με την προϋπόθεση συμπλήρωσης τουλάχιστον τριάντα ενός (31) ετών ασφάλισης στον Τομέα, από την ημερομηνία ένταξης τους σ` αυτόν, ανεξάρτητα από τον χρόνο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Σε περίπτωση εξόδου των, πριν την συμπλήρωση του ως άνω χρόνου ασφάλισης στον Τομέα, θα λαμβάνουν το δικαιούμενο εφάπαξ χρηματικό βοήθημα που αναλογεί κατά την ημερομηνία διαγραφής τους από το Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, με την συμπλήρωση όμως του προαναφερόμενου οριζομένου χρόνου των τριάντα ενός (31) ετών, ατόκως και χωρίς την απόδοση ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Τομέα, για τον διαμεσολαβήσαντα χρόνο, από της εξόδου των, μέχρι της αποδόσεως του.
2. Η καταβολή εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, των εξερχόμενων του Τ.Π.ΑΣ./Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α. μετόχων, υλοποιείται εντός ενδεικτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από της καταθέσεως στον Τομέα πλήρων δικαιολογητικών και εντός ευλόγου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι οικονομικής αδυναμίας του Ταμείου, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α., με προτεραιότητα σε κάθε περίπτωση των αυτεπαγγέλτως αποστρατευομένων ή των συμπληρωσάντων με αίτηση τους όριο ηλικίας αποστρατείας, ως και των αποστρατευομένων συμπληρωσάντων τριάντα πέντε (35) ετών πραγματικής υπηρεσίας από της ημερομηνίας κατατάξεως στο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας.»
Οι διατάξεις, όμως, αυτές είναι αντίθετες με το Σύνταγμα, την Ε.Σ.Δ.Α. και την κείμενη νομοθεσία, για τους λόγους που αναλυτικά θα εκτεθούν κατωτέρω, και πρέπει να ακυρωθούν.
1. Αντισυνταγματικότητα εξουσιοδοτικής διάταξης νόμου.
Mε τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγ­ματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάσει την αρμοδιότητά του για θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση Προεδρικών διαταγμάτων, στα οποία ρυθμίζονται ειδικά θέματα προσδιοριζόμενα συγκεκριμένα από την εξουσιοδοτική νομοθετική διάταξη (παρ. 2). Επίσης, με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 43 προβλέπεται ότι ο φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός  του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της διοίκησης εφόσον πρόκειται περί «ειδικότερων», «τοπικού ενδιαφέροντος», «λεπτομερεια­κών», ή «τεχνικών» θεμάτων. Ως «ειδικότερα» θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστι­κή ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μικρότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετι­κής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο, όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον, και την ουσιαστική του ρύθμιση, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (πρβλ. ΣτΕ 3364/2004 κ.α.). Εξάλλου, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας της νομοθετικής εξουσιοδότησης, όπως γενικότερα ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου γίνεται στο στάδιο της εφαρ­μογής της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης σε κάθε δικαζόμενη υπόθεση, λόγω του χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ως παρεμπίπτοντος (άρθρο 93 παρ. 4 του συντάγματος), ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επομένως, αναφέρε­ται στη  διάταξη του νόμου που αποτελεί τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση επί της οποίας στηρίζεται η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση.
H προπαρατεθείσα εξουσιοδοτική διάταξη της παρ.2 του άρθρου 18 του ν. 2556/1997, παρέχει τη δυνατότητα για τροποποίηση, συμπλήρωση και κατάργηση με υπουργική απόφαση, των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων για το ΤΠΔΥ, πλην των βασικών. Η μεταβίβαση, όμως, της αρμοδιότητας αυτής σε όργανο της διοίκησης και όχι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο θέμα, κατά την προεκτεθείσα έννοια  του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄του Συντάγματος, εφόσον το ουσιαστικό περιεχόμενο της ρύθμισης δεν διαγράφεται, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως πλαίσιο στην εξουσιοδοτική διάταξη, ώστε να καθοδηγείται επαρκώς ο κανονιστικός νομοθέτης στην ρύθμιση των μερικότερων θεμάτων για τα οποία δίδεται εξουσιοδότηση. Το θέμα αυτό θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέ­ρω, αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και μόνον, με σκοπό τη ρύθμισή του με κανονιστικά διατάγματα, κατόπιν πρότασης του ή των αρμόδιων υπουργών και μετά από προηγουμένη επεξεργασία από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ άρθρο  95 παρ. 1 δ’ του Συντάγματος. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, με την οποία επί της ουσίας τροποποιούνται οι εκ του νόμου προϋποθέσεις καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος (καθώς ορίζεται ως κανόνας η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος μετά τη συμπλήρωση 31 ετών ασφάλισης) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης του  άρθρου 18 του ν. 2556/1997, στερείται νομίμου ερείσματος, εφόσον η εξουσιοδοτική διάταξη αντίκειται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στο άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β’ του Συντάγ­ματος, ζήτημα το οποίο εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριό Σας.
Κατ’ ακολουθία, πρέπει να ακυρωθεί η ως άνω υπουργική απόφαση για το λόγο ότι ερείδεται επί αντισυνταγματικής εξουσιοδοτικής διάταξης (βλ. adhoc ΔΕΑ 2334/2009 επί της ταυτόσημης διάταξης της παρ.1 του αρθρ. 18 Ν 2556/1997, η οποία αφορά στο ΤΠΔΥ και δίνει αντίστοιχη ευρύτατη εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας να τροποποιεί τις διατάξεις που αφορούν στο εν λόγω Ταμείο).
2. Υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Επιπρόσθετα, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ.2 του άρθρ.18 του Ν. 2556/1997 είναι συνταγματική, τότε ασφαλώς η προσβαλλόμενη απόφαση κείται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Όπως προαναφέρθηκε, η παρ.2 του άρθρ.18 Ν.2556/1997, παρέχει τη δυνατότητα στον Υπουργό να τροποποιεί, συμπληρώνει, καταργεί με απόφασή του όλες τις διατάξεις που αφορούν στο Τ.Α.Ο.Χ, (νυν Τ.Π.ΑΣ./Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.) πλην των βασικών διατάξεων. Εξάλλου, και οι προγενέστερες διατάξεις του Τ.Α.Ο.Χ. (αρθρ.10 παρ. 6 εδ.β του ΑΝ 884/1937 όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 του Ν 1169/1981) έδιναν στον Υπουργό την εξουσία να αποφασίζει επί πράγματι μερικότερων θεμάτων, όπως το ύψος των κρατήσεων που επιβάλλονται στις τακτικές αποδοχές, ανάλογα και με τις οικονομικές δυνατότητες του Ταμείου.
Εν προκειμένω, όμως, με την προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση τροποποιούνται δραματικά και επί τα χείρω οι προϋποθέσεις για την λήψη του εφάπαξ βοηθήματος. Συγκεκριμένα, στην περ. δ της παρ.1 της προσβαλλόμενης, ορίζεται ρητά ότι το βοήθημα λαμβάνουν οι μέτοχοι του Τομέα, κατόπιν αιτήσεώς τους λόγω συνταξιοδότησης, με τη συμπλήρωση 31 ετών ασφάλισης στον Τομέα και ανεξάρτητα από το χρόνο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Πρόκειται για μία εξαιρετικά επιβαρυντική και δυσμενή μεταβολή των όρων θεμελίωσης και καταβολής του εφάπαξ επιδόματος, η οποία ασφαλώς και δεν μπορεί να θεωρηθεί «ειδικότερο», «λεπτομερειακό» ή «τεχνικό» ζήτημα, αλλά αντίθετα αφορά στην κεντρικότερη και σημαντικότερη αποστολή του Τομέα. Τροποποιείται και συμπληρώνεται, επομένως, μία «βασική διάταξη» του Τομέα, πρώην Τ.Α.Ο.Χ., και βρίσκεται έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση σαφέστατα εκτός των ορίων της ανωτέρω νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Πράγματι, με το προϊσχύον καθεστώς, η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος γινόταν ταυτόχρονα με την οικειοθελή αποχώρηση (λόγω συνταξιοδότησης) από το Σώμα. Τούτο διότι η θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για κύρια σύνταξη γινόταν ήδη στα 24 ½ χρόνια υπηρεσίας, οπότε και μπορούσε να αποχωρήσει ο αστυνομικός υπάλληλος ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, η δε θεμελίωση του δικαιώματος στο εφάπαξ βοήθημα είχε ήδη συντελεστεί σε προγενέστερο χρόνο, όπως ορίζεται με το άρθρ.10 παρ. 6  του  Ν.1169/1981 για το πρώην Τ.Α.Ο.Χ. . Το άρθρο αυτό ορίζει ότι «Μέτοχοι εξερχόμενοι του Σώματος με συμμετοχήν εις το Ταμείον ίσην ή μείζονα των 6 ετών δικαιούνται βοηθήματος …», ενώ παράλληλα από κανένα άρθρο δεν προέκυπτε διαφορετικός χρόνος καταβολής. Συνεπώς, η καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος, στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης, γινόταν άμεσα, χωρίς να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση τίθεται χρονικό όριο για την λήψη του εφάπαξ βοηθήματος, η οποία γίνεται πλέον σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο από ότι στο παρελθόν, μπορεί δε να τοποθετείται αρκετά χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση. Η μεταβολή όμως αυτή αφορά σημαντικότατες διατάξεις του Τομέα, συνεπώς η προσβαλλόμενη βρίσκεται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης και πρέπει για το λόγο αυτό να ακυρωθεί.
3. Παράβαση δικαιώματος περιουσίας, 1ου Π.Π.Π. Ε.Σ.Δ.Α.
Στο 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα στο άρθρο 1 κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην περιουσία. Στην έννοια της περιουσίας κατά τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. περιλαμβάνονται κάθε είδους δικαιώματα με οικονομικό περιεχόμενο, μεταξύ των οποίων και απαιτήσεις, υπό τον όρο ότι είναι επαρκώς θεμελιωμένα ώστε να είναι απαιτητά (βλ. σχετ. την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Στραν κατά Ελληνικής Δημοκρατίας Α` 301 σ. 84, επίσης Ρ. van Dijk -G.J.H. van Ηοοf: Theory and Practice of the Εurοpean Convention on Human Rights, The Hague 1998, σελ. 622 επ. – ΕΔΔΑ Gaygusutz κατά Αυστρίας ΕΔΚΑ 1997 12 σκ. 3941, Αζίνας κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ΕΔΚΑ 2002,σελ. 896). Η αναγνωριζόμενη από το υφιστάμενο δίκαιο απαίτηση του δημοσίου υπαλλήλου, συνιστά από τη γέννησή της στοιχείο της περιουσίας του, και δεν επιτρέπεται να περιοριστεί με μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση. Η ψήφιση της επίμαχης διάταξης που συνεπάγεται τον αναδρομικό περιορισμό γεγενημένων ήδη δικαιωμάτων είναι ανεφάρμοστη κατά το σκέλος αυτό ως αντίθετη στο Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. εφόσον μάλιστα ο περιορισμός του περιουσιακού μας δικαιώματος στις νομοθετημένες αποδοχές μας δεν συνδυάζεται  με καταβολή αποζημίωσης (βλ. την από 14/11/04 Απόφαση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και την υπ. αρ. 0027/12-19/1/04 Πράξη Α Κλιμακίου Ελεγκτικού Συνεδρίου – Διοικ. Εφ. Αθηνών 954/99, Δι. Δίκη 1999, σελ. 923 – Α.Π. Ολ. 33/2002- Σ.Τ.Ε 4229/95).
Η αναγνωριζόμενη από το υφιστάμενο δίκαιο απαίτηση του δημοσίου υπαλλήλου που έχει ήδη γεννηθεί, συνιστά από τη γέννησή της  στοιχείο της περιουσίας του, δεν επιτρέπεται να περιοριστεί με μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση, καθώς έτσι παραβιάζεται το άρθρο 1 εδ. α΄ του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς πρόκειται σε αδικαιολόγητη αποστέρηση προστατευόμενου από αυτό περιουσιακού αγαθού. Συνεπώς, ο κοινός νομοθέτης  δεν δύναται, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη να στερήσει το δικαιούχο από γεννημένα ως άνω δικαιώματα παρά μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Όσον αφορά την παράγραφο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αυτή επιτρέπει κατ’ εξαίρεση για ατομικές περιπτώσεις και όχι γενικά για ολόκληρες κατηγορίες την στέρηση περιουσίας με νόμο για δημόσια ωφέλεια (π.χ. σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων, επιτάξεων κ.λ.π.), αλλά μόνο κατόπιν αποζημίωσης του στερούμενου της περιουσίας του, επομένως αυτή η εξαίρεση δεν μπορεί να δικαιολογήσει ρυθμίσεις όπως οι επίδικες.
Εν προκειμένω, το εδ. β΄ της περ. δ της πρώτης παραγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προβλέπει ότι, σε περίπτωση συνταξιοδότησης πριν τη συμπλήρωση 31 ετών πραγματικής υπηρεσίας, οι ασφαλισμένοι αστυνομικοί λαμβάνουν το εφάπαξ επίδομα με τη συμπλήρωση 31 ετών, ατόκως και χωρίς την απόδοση ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του Τομέα, για τον διαμεσολαβήσαντα χρόνο, από της εξόδου των, μέχρι αποδόσεώς του. Τούτο όμως οδηγεί σε ευθεία αποστέρηση του εφάπαξ επιδόματος, για σημαντικό χρονικό διάστημα και χωρίς κανένα οικονομικό αντιστάθμισμα. Πρόκειται, επί της ουσίας, για υποχρεωτικό και άτοκο δανεισμό προς όφελος του Τομέα, χωρίς κανένα αντιστάθμισμα υπέρ του ασφαλισμένου, ο οποίος αποστερείται της άμεσης αξιοποίησης περιουσιακού του στοιχείου.
4. Παράβαση αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης βρίσκει συνταγματικό θεμέλιο στα αρθρ. 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, συνεπώς δεν δεσμεύει μόνο τη Διοίκηση αλλά και τον ίδιο το νομοθέτη. Κατά την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η εν λόγω αρχή συνάγεται ευθέως από την αρχή του Κράτους Δικαίου (ΣτΕ 1508/2002) αποτελεί δε γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (ΔΕΚ, 3 Μαΐου 1978, Töpfer κατά Επιτροπής, C-112/77, Συλλ.Δικ. σ. 1019). Στο σεβασμό της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης εμμένει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έχει κρίνει ότι η αιφνίδια κατάργηση δικαιώματος που προέβλεπε η έννομη τάξη, για την οποία (κατάργηση) δεν προβάλλεται επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει την αρχή της νόμιμης προσδοκίας (ΕΔΔΑ, απόφαση 15-6-2006, αίτηση 33554/2003, Λυκουρέζος κατά Ελλάδας).
Το περιεχόμενο της αρχής αυτής συνοπτικά δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και την διοίκηση να μην ανατρέπει παγιωμένες νομικές καταστάσεις στη διατήρηση των οποίων οι διοικούμενοι απέβλεψαν καλόπιστα, ιδίως αν προσάρμοσαν την δράση τους σε αυτές, ή τουλάχιστον να παρέχει μέσω μεταβατικών διατάξεων επαρκή χρόνο για να προσαρμοστούν οι διοικούμενοι στην αλλαγή αυτή (βλ. 703/90 Πρακτικό Επεξεργασίας του Ε Τμήματος Σ.Τ.Ε. Δ.Δίκη 1991, σελ. 379)
Είναι αξιοσημείωτο ότι και πριν την πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση και τη ρητή κατοχύρωση της αρχής αυτής, την υπερνομοθετική ισχύ της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη, είτε ως συνιστώσα του κράτους δικαίου, είτε ως συνέπεια της προστασίας της ανθρώπινης αξίας δέχονται εδώ και πολλά χρόνια θεωρία και νομολογία (αρ.2 παρ.1 του Συντάγματος.»Παραρά, Corpus, άρθρο 2, αρ.12 και. Παραρά, Corpus, άρθρο 2, αρ.13) καθώς και ΣτΕ 2261/1984 (Βλ. επ’αυτής και Π. Παυλόπουλου, Το τεκμήριο νομιμότητος των διοικητικών πράξεων και η  αρχή της προστασίας της εμπιστοσύνης του διοικουμένου, ΕΔΔΔ 1987.196 και σημ. 11 Βλ επίσης ΣτΕ 247/1980 που θεμελιώνει την υπερνομοθετική ισχύ της  αρχής στο 2§1Σ ενώ και η ΣτΕ 805/1987,δέχεται το «συνταγματικώς ανεπίτρεπτο» της παραβίασης της αρχής.(Βλ. Σ.Παππάς. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, Διοικητική Μεταρρύθμιση, 1987, σελ. 80-Ε. Σπηλιωτόπουλος. Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Σάκκουλας 2002, σελ. 532 επ. και την εκεί νομολογία. Βλ. συναφώς και Ελ Συν. (Ολ) 2702/2006 και  110/2001- Σ.Τ.Ε. 1702/2005, Ε.Δ.Κ.Α. 2006,σελ. 73- Σ.Τ.Ε. 3989/05 -Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου 2006, σελ. 196- Σ.Τ.Ε (Ολ.) 492/2005- Σ.Τ.Ε. Τμήμα ΣΤ 1840/07- 385/07- Τριμ. Διοικ.Πρωτ.Αθ. 9098/1985, Ε.Δ.Κ.Α. 1985, σελ. 744- Τριμ. Διοικ. Πρωτ. Θεσ/νίκης 6400/95- Διοικ. Πρωτ.Αθ. 15536/04). Αυξημένη τυπική ισχύ έχει η υπό κρίση αρχή και λόγω της  αναγνώρισης της ως αρχής του κοινοτικού δικαίου, η οποία υπερισχύει  κάθε άλλου κανόνα της εθνικής έννομης τάξης. Ήδη από το 1978 με την απόφαση Toepfer (Απόφαση της 3/5/1978 Rec.1978, σ.1019) το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δεχθεί ότι η αρχή της  εμπιστοσύνης «αποτελεί τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης, ούτως ώστε  παράβαση της να συνιστά παραβίαση της Συνθήκης Ίδρυσης των Ευρωπαϊκών  Κοινοτήτων και κάθε κανόνα σχετικού με την εφαρμογή της, κατά την  έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης»). (βλ. σχετικά Γ. Κατρούγκαλος. Η προστασία της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος. Δι.Δίκη 1993, σελ. 941- Γ. Κατρούγκαλος, Η προστατευόμενη εμπιστοσύνη ως συνταγματική αρχή, ΔτΑ Ι/2003, σελ. 159επ., -Α. Μακαρούνη, Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη, όψεις του ευρωπαϊκού κοινοτικού και του ελληνικού δικαίου, Δι.Δίκη 1997. Γενικότερα για τα σχετικά ζητήματα βλ. Π. Παραράς. Η καθιέρωση της προστατευόμενης εμπιστοσύνης ως συνταγματικής αρχής, ΔτΑ Ι/2003, σελ. 11 επ.- Π. Λαζαράτος, Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του ιδιώτη έναντι της διοικήσεως και του νομοθέτη, ΔτΑ Ι/2003, σελ. 129-  Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, Αθήνα 2005, παρ. 1303).).
Σημειώνεται συναφώς ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. την πολύ σημαντική απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. Αποφ. 19-6-2008 Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος , Ε.Δ.Κ.Α. 2008,σελ. 631) επ. όχι μόνο θεμελιωμένα δικαιώματα αλλά και δικαιώματα προσδοκίας προστατεύονται  από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μέσω της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη σε συνδυασμό με το δικαίωμα στην περιουσία.
Εξάλλου, τόσο στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη νομολογία Ανώτατων Συνταγματικών Δικαστηρίων, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης συνδέεται με την πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων για τη διαρρύθμιση των ήδη υπαρχόντων εννόμων σχέσεων, δικαιωμάτων και προσδοκιών. Η πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων ενδεικνύει το σεβασμό της εν λόγω αρχής. Αντίθετα, η ανυπαρξία μεταβατικών μέτρων ελέγχεται δικαστικά και συνιστά ισχυρή ένδειξη παραβίασης της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Κατά τη νομολογία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, η μεταβολή για το μέλλον του νομικού καθεστώτος ήδη γεγενημένων εννόμων σχέσεων (μη γνήσια αναδρομή) δεν είναι επιτρεπτή στην περίπτωση όπου «ο ενδιαφερόμενος έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση της υφιστάμενης ρύθμισης και αυτή η εμπιστοσύνη είναι περισσότερο άξια προστασίας από το συμφέρον που προστατεύει ο νόμος. […] Προκειμένου να τηρήσει κάποια εύλογα όρια, ο νομοθέτης πρέπει ενδεχομένως να προβλέψει κατάλληλες μεταβατικές ρυθμίσεις.» (απόφαση υπ’αριθμ. 1 BvR 1771/01 της 31ης Μαρτίου 2006, ΕφημΔΔ – 3/2007, σελ. 344). Αντίστοιχα, το ΔΕΚ έχει κρίνει ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης επιβάλλει κατά κανόνα την πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων για την ρύθμιση των καταστάσεων που γεννήθηκαν πριν τη θέση σε ισχύ της νέας ρύθμισης (ΔΕΚ, 22 Ιουνίου 2006, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-182/03 και 217/03, Συλλ.Δικ. σελ. Ι-5479).
Ειδικότερα σε ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο και πρέπει να διέπει το γράμμα και το πνεύμα των νομοθετικών μεταβολών. Το ίδιο προκύπτει και από τη νομολογία του Δικαστηρίου Σας, κατά την οποία είναι ανεκτή η μεταβολή του συστήματος συνταξιοδότησης κατηγοριών ασφαλισμένων για το μέλλον (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1740/1993, 1276-83/1994 κ.α), η μεταβολή των όρων θεμελίωσης του δικαιώματος  είναι ανεκτή όταν συνοδεύεται από πρόβλεψη μεταβατικής περιόδου (ΣτΕ 3177/2004, 4398/1983, 141/1981) και σεβασμό των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων  (Σ.τ.Ε. 3177/2004, 135/2002 κ.α) και των ώριμων ασφαλιστικών δικαιωμάτων (ΣτΕ 1635/1989, 2132/1994).
Η προσβαλλόμενη Υπουργική Απόφαση παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, καθώς καταλαμβάνει ανεξαιρέτως όλους τους αστυνομικούς υπαλλήλους – ασφαλισμένους του Τομέα, χωρίς να προβλέπει μεταβατική περίοδο ή να διακρίνει, τουλάχιστον, ως προς τους ασφαλισμένους που έχουν θεμελιωμένο ασφαλιστικό δικαίωμα και θα μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν άμεσα με ταυτόχρονη καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος. Και τούτο ενώ ο ίδιος ο νομοθέτης, στις πρόσφατες αλλαγές του ασφαλιστικού συστήματος (βλ. Ν. 3863/2010 και 3865/2010, ιδίως άρθρ.20 που αφορά στη συνταξιοδότηση των στρατιωτικών και των αστυνομικών υπαλλήλων) σεβάστηκε απόλυτα τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ενώ προέβλεψε και κατάλληλη μεταβατική περίοδο, σεβόμενος έτσι και τις νόμιμες προσδοκίες των ασφαλισμένων.
Εν προκειμένω όμως, η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση αιφνιδιάζει τους ασφαλισμένους αστυνομικούς του Τομέα, καθώς καταλαμβάνει ανεξαίρετα ακόμη και αστυνομικούς οι οποίοι μπορούσαν άμεσα να συνταξιοδοτηθούν και να ζητήσουν την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, οι αστυνομικοί υπάλληλοι μπορούσαν (και μπορούν ακόμη, εφόσον έχουν συμπληρώσει 24 ½ χρόνια υπηρεσίας μέχρι τις 31-12-2010) να αποχωρήσουν ήδη μετά από 27 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας, στα οποία προστίθεντο 5 πλασματικά έτη καθώς και η προσαύξηση κατά 3/35, χωρίς να έχουν απώλειες στην κύρια σύνταξη. Στους αστυνομικούς αυτούς υπαλλήλους δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα της άμεσης καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς υποχρεούνται να αναμείνουν 4 επί πλέον έτη! Είναι προφανής ο αιφνιδιασμός των εν λόγω ασφαλισμένων και η πλήρης διάψευση της εμπιστοσύνης που επέδειξαν και των νόμιμων προσδοκιών που είχαν από την ασφάλισή τους στον Τομέα.
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.
Επειδή το Δικαστήριό Σας είναι καθ’ύλην αρμόδιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Και για όσους επιφυλασσόμαστε να προσθέσουμε παραδεκτώς
ΖΗΤΟΥΜΕ
Την ακύρωση της υπ’αριθμ. Φ.30218/26803/817 από 28/11/2011 απόφασης του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ΦΕΚ Β’ 2848/15-12-2011
Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 2012
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος
.bloko.gr
Αναρτήθηκε από politikanet

#sidebar-wrapper, #midsidebar-wrapper, .gapad2, .blog-pager, .post-header-line-1, .post-footer { display:none !important;} #main-wrapper { width:98%!important;} .post { width:98%!important; }

Previous «
Next »

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Καιρός Βόλος
16°
2°
ΠΑ
2°
ΣΑ
1°
ΚΥ
5°
ΔΕ
0°
ΤΡ
 
Αρέσει σε %d bloggers: